της Νικόλ Λειβαδάρη

Πριν από περίπου τρεις μήνες, και στην κορύφωση της σύγκρουσης Ερντογάν – Μακρόν, ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ έλεγε σε μια συνέντευξή του στο France 24 ότι ο Ταγίπ Ερντογάν είναι «ένας ρήτορας του εθνικισμού που ακολουθεί το μοντέλο Πούτιν» – δεν αργεί και δεν διστάζει να αλλάξει πλεύση μόλις χρειαστεί.

«Σε έναν ή δύο μήνες», έλεγε ο Ολάντ, «εάν χρειαστεί, ο Ερντογάν θα σηκώσει το τηλέφωνο και θα μιλήσει στον Μακρόν. Το ερώτημα είναι εάν ο Μακρόν θα τον αφήσει να το κάνει χωρίς συνέπειες.»

«Αγαπητέ Ταγίπ, ας μιλήσουμε…»

Τελικώς ο Ερντογάν δεν πήρε τηλέφωνο, αλλά έστειλε επιστολή στον Μακρόν. Και η απάντηση – επίσης δια επιστολής – του Μακρόν με την προσφώνηση/πρόσκληση «αγαπητέ Ταγίπ ας μιλήσουμε, στην διάθεσή σας για μια τηλεδιάσκεψη» δεν προϊδεάζει, προσώρας τουλάχιστον, για συνέπειες.

Ιχνηλατώντας τις αιτίες πίσω από αυτή την εκτόνωση της – εκρηκτικής – έντασης μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας και την διαφαινόμενη ανακωχή, τα διεθνή μέσα και οι αναλυτές σε ό,τι αφορά τον Ερντογάν σταματούν στο προφανές:

Ο Τούρκος πρόεδρος, χάνοντας τον μεγάλο του σύμμαχο Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον και γνωρίζοντας ότι η προεδρία Μπάιντεν δεν θα είναι εξίσου φιλική μαζί του, αναζητά μικρότερους ή μεγαλύτερους συμμάχους οπουδήποτε.

Ο Ερντογάν κλείνει μέτωπα

Στην παρούσα συγκυρία ο Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει άλλη επιλογή από το να κλείνει μέτωπα παντού. Είναι αντιμέτωπος με μια οικονομία που βυθίζεται, με ένα πολιτικό σύστημα κι ένα εκλογικό σώμα που αμφισβητούν πια την ηγεμονία του και με έναν νέο πλαντητάρχη που, στην καλύτερη περίπτωση, θα επιχειρήσει να οριοθετήσει ξανά την Τουρκία εντός των πλαισίων του νατοϊκού της ρόλου.

Στην χειρότερη, θα μπορούσε και να την βγάλει εκτός κάδρου των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην περιοχή. Άρα, ο Ταγίπ Ερντογάν χρειάζονται επειγόντως νέους «φίλους» – ακόμη, κι εάν μεταξύ αυτών είναι και ο πρόεδρος της Γαλλίας που μέχρι πρότινος ο ίδιος χαρακτήριζε ως «ψυχικά διαταραγμένο».

Οι περιορισμένες επιλογές του Μακρόν

Σε ό,τι αφορά τον Εμμανουέλ Μακρόν τα πράγματα είναι πιο σύνθετα αλλά και οι επιλογές του επίσης δεν είναι απεριόριστες:

Η εκλογή Μπάιντεν οδηγεί και η επικείμενη επαναδραστηριοποίηση των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και την Μεσόγειο οδηγεί και σε επαναπροσδιορισμό όλων των ρόλων και συμμαχιών στην περιοχή. Εδώ, και με δεδομένη την αποτυχία της να επανεμφανιστεί ως περιφερειακή δύναμη στην Λιβύη και τις παλιές αποικίες, είναι προφανές πως και η Γαλλία έχει ανάγκη να κλείσει μέτωπα.

Η εκτόνωση της κρίσης και η εξομάλυνση των σχέσεων του Κατάρ – μεγάλου συμμάχου της Τουρκίας – στην περιοχή με την Σαουδική Αραβία και τις χώρες του Κόλπου εξαναγκάζει επίσης το Παρίσι σε αναθεώρηση συμμαχιών. Την Γαλλία δεν την συμφέρει να μείνει με μοναδικό σύμμαχο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα – πόσο μάλλον αφού η Άγκυρα ρίχνει πλέον γέφυρες και προς την πλευρά του Ισραήλ και της Αιγύπτου.

«Από την στιγμή που διακυβεύεται η μεγάλη πια σχέση της Γαλλίας με τον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο, ο Μακρόν είναι υποχρεωμένος να σκεφτεί μέχρι που, πραγματικά, μπορεί να τραβήξει το σχοινί στην σχέση του με την Τουρκία», λέει στο France 24 ο πρόεδρος του γερμανικού Marshall Fund δρ Ιαν Λέσερ.

Ένας τρίτος παράγοντας που υποχρεώνει τον Μακρόν να συνομιλήσει με την Τουρκία του Ερντογάν είναι οι ίδιες οι ενδο-ευρωπαϊκές ισορροπίες. Εν όψει και πάλι της προεδρίας Μπάιντεν, η Γαλλία δεν θέλει ούτε πρόκειται να αφήσει εξ ολοκλήρου στο Βερολίνο τον ρόλο του διεθνούς παίκτη και μεσολαβητή.

Πηγή: politisonline.com